Γράφει η Ρωξάνη-Λαμπρινή Νάκου
Η είδηση πως φέτος προστέθηκαν 3,2 δισεκατομμύρια ευρώ σε νέα χρέη από απλήρωτους φόρους και ασφαλιστικές εισφορές δεν είναι απλά ένας αριθμός. Είναι ένας καθρέφτης της διαρκώς επιδεινούμενης οικονομικής πραγματικότητας που βιώνει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), περισσότεροι από 4 εκατομμύρια φορολογούμενοι βρίσκονται πλέον σε καθεστώς ληξιπρόθεσμων οφειλών, με τα στοιχεία να αποτυπώνουν μια πραγματικότητα όπου σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες να εμφανίζεται με ληξιπρόθεσμες οφειλές και να αδυνατεί να ανταποκριθεί στις βασικές υποχρεώσεις προς το δημόσιο.
Το φαινόμενο αυτό δεν είναι απλά μια προσωρινή αδυναμία πληρωμής αλλά αποτελεί ξεκάθαρη ένδειξη της βαθιάς αποτυχίας ενός ολόκληρου οικονομικού και φορολογικού μοντέλου, το οποίο, παρότι έχει αλλάξει πρόσωπα διαχείρισης, κουβαλάει τα ίδια βαρίδια του παρελθόντος.
Η υπερφορολόγηση, η αναποτελεσματική κατανομή πόρων, οι ανεπαρκείς ρυθμίσεις και η διαχρονική απουσία ουσιαστικής ελάφρυνσης των μικρομεσαίων και των ευάλωτων νοικοκυριών έχουν διαμορφώσει μια πραγματικότητα που δεν συγκαλύπτεται πια με στατιστικά τεχνάσματα ή ευχολόγια.
Δεν πρόκειται απλώς για οικονομικά μεγέθη.
Το βάρος αυτών των χρεών είναι το αποτύπωμα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε διαρκή κρίση. Μιας κοινωνίας κουρασμένης, ανασφαλούς και στα πρόθυρα της απελπισίας. Κάθε ευρώ που δεν πληρώθηκε δεν είναι μόνο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά μαρτυρία ανθρώπων που δεν τα κατάφεραν. Κι όσο το βάρος μεγαλώνει, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται το χάσμα ανάμεσα σε εκείνους που θεσπίζουν κανόνες και σε εκείνους που τους επωμίζονται.
Όταν σε μια σχολική τάξη οι μισοί μαθητές μένουν μετεξεταστέοι, δεν είναι οι μαθητές το πρόβλημα. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα που τους πρόδωσε, στους δασκάλους που απέτυχαν να διδάξουν και στο περιβάλλον που δεν έδωσε καμία ευκαιρία.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την κοινωνία.
Όταν σχεδόν οι μισοί πολίτες χρωστούν στο κράτος και πάνω από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι βλέπουν τους λογαριασμούς και τα σπίτια τους να κατάσχονται, δεν φταίνε απλώς επειδή “δεν πλήρωσαν”. Φταίει ένα ολόκληρο σύστημα που μεθοδικά και ψυχρά τους έσπρωξε στην οικονομική ασφυξία. Και στο σημείο αυτό αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για αδυναμία πληρωμής αλλά ζήτημα επιβίωσης.
Η πολιτεία κάνει πως δεν βλέπει και οι ισχυροί μετρούν κέρδη πάνω σε συντρίμμια την ώρα που μια ολόκληρη κοινωνία στραγγαλίζεται σιωπηλά.
Κι όμως, σε αυτή τη χώρα, οι τράπεζες σώθηκαν πρώτες. Και όχι οι άνθρωποι. Την ώρα που το κοινωνικό κράτος ξεπουλιόταν κομμάτι κομμάτι, που οι μισθοί κοβόταν, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα “ έπαιρναν ανάσα” με δημόσιο χρήμα. Τα ίδια χρήματα που έλειπαν από τα νοσοκομεία, από τα σχολεία, από τα σπίτια των ανέργων και των χαμηλοσυνταξιούχων.
Η αδικία δεν αποτυπώνεται σε πίνακες και ποσοστά όπως μας τα παρουσιάζουν. Είναι βίωμα, είναι τραύμα που κουβαλάμε, είναι η ντροπή που δεν μας ανήκει, είναι ο θυμός που δεν βρίσκει διέξοδο, είναι το ψυγείο που μένει άδειο, είναι το βλέμμα του γονιού που δεν έχει να δώσει. Κι όσο τα ειδοποιητήρια πληθαίνουν, όσο οι κατασχέσεις βαραίνουν τις ζωές πολλών, τόσο γίνεται πιο φανερό ποιοί είναι απέναντι και ποιοί μένουν απροστάτευτοι.
Όχι στα χαρτιά αλλά στην πραγματική ζωή που ξεγυμνώνεται η απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και την κοινωνία.
Οι πολιτικές που φτωχοποίησαν την χώρα δεν αποσύρθηκαν, απλώς άλλαξαν πρόσωπο. Αυτές που ισοπέδωσαν εισοδήματα, που ρήμαξαν επιχειρήσεις και δουλειές πολλών ανθρώπων, που στρίμωξαν οικογένειες στα όρια της επιβίωσης, είναι οι ίδιες που σήμερα επιστρέφουν να ζητήσουν τα ρέστα από τους πολίτες.
Η φτώχεια αντιμετωπίζεται πια σαν έγκλημα. Όποιος δεν πληρώνει, όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη κινδυνεύει με κατασχέσεις, με μπλοκαρισμένους λογαριασμούς και με απώλεια της περιουσίας του. Με λίγα λόγια οι άνθρωποι πληρώνουν δύο φορές: πρώτα επειδή υπέστησαν τις συνέπειες μιας κρίσης που δεν προκάλεσαν, και τώρα επειδή δεν έχουν πια τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Και το κράτος αντί να στηρίξει τους εμφανίζει απλά σαν αριθμούς μέσα σε μια λίστα χρεών.
Η δύναμη μιας πολιτείας δεν βρίσκεται στους θεσμούς της αλλά στους ίδιους τους πολίτες. Για να αλλάξει όλο αυτό το σαθρό καθεστώς, πρέπει ο πολίτης να πάψει να φοβάται και να αρχίσει να θυμάται. Να θυμάται πως η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα, να θυμάται πως χωρίς τη δική του φωνή, καμία αλλαγή δεν έρχεται.
Ο πολίτης πρέπει να ξανασταθεί στο κέντρο της Πολιτείας διότι εκεί είναι η θέση του. Θα πρέπει να λειτουργεί ως ενεργό κύτταρο που διεκδικεί, παρεμβαίνει, ελέγχει και κυρίως δεν συγχωρεί εκείνους που διαχειρίστηκαν το κοινό συμφέρον σαν ιδιοκτησία.
Αν θέλουμε να ανατραπεί ένα καθεστώς που σαπίζει εκ των έσω πρέπει η παιδεία να πάψει να παράγει υπάκουους και να αρχίσει να γεννά ελεύθερους πολίτες. Πολίτες με κρίση που κανένα πολιτικό καθεστώς δεν κατάφερε να δημιουργήσει.
Στην Ελλήνων Πολιτεία που θα δημιουργηθεί με διακυβέρνηση του Πολιτικού Φορέα της Ελλήνων Συνέλευσις τα σχολεία θα αποτελούν το θεμέλιο της πολιτείας. Δεν θα είναι απλά δομές εκπαίδευσης αλλά κοιτίδες διαμόρφωσης ελεύθερων πολιτών.
Χώροι όπου θα χτίζεται αρμονικά το σώμα, το πνεύμα και η ψυχή των παιδιών ώστε να διαμορφωθούν πολίτες άξιοι θεματοφύλακες της πολιτείας.
Και όσον αφορά την φορολογία στην Ελλήνων Πολιτεία ο στόχος είναι σαφής και θα αποτελεί μέσο κοινωνικής ισορροπίας και όχι εργαλείο επιβολής. Κάθε πολίτης θα γνωρίζει τι πληρώνει, γιατί το πληρώνει και πως αυτό θα επιστρέφεται στην καθημερινότητα του.
Στο πλαίσιο του προγράμματος της Ελλήνων Συνέλευσις η υφιστάμενη πολυνομία στη φορολογία καταργείται και τη θέση της παίρνει ένα ενιαίο, σταθερό και καθαρό πλαίσιο που θα σέβεται τον πολίτη.
Η ακίνητη περιουσία θα πάψει να αποτελεί πολυτέλεια και θα γίνει κατοχυρωμένο δικαίωμα. Κύριος στόχος είναι η σχέση κράτους και πολίτη να ξαναχτιστεί, όχι με φόβο και εξαναγκασμό αλλά με ισονομία, σεβασμό, δικαιοσύνη και διαφάνεια.




