Τα κομματικά χαράγματα η μεγαλύτερη κοινωνικοπολιτική απάτη.

Γράφει ο Μάγνητας

Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος.
Ελεύθερος από ταμπέλες, από διαχωρισμούς, από τεχνητές ιδεολογικές γραμμές. Στη πορεία όμως του χρόνου, μέσα από την οικογένεια και τη κοινωνική διαμόρφωση, χαράσσονται μέσα του αντιλήψεις και ιδεολογίες που αλλοιώνουν τη φυσική του ικανότητα να σκέφτεται με καθαρή, αποδεικτική διεργασία.


Ως παιδιά, η αντίληψη του δικαίου είναι καθολική.
Το παιδί δεν σκέφτεται με όρους “αριστεράς” ή “δεξιάς”. Θέλει το δίκαιο για όλους. Αυτή η φυσική ισορροπία όμως διαταράσσεται. Όσο μεγαλώνει, στη θέση της εισάγεται ένας τεχνητός διαχωρισμός, που μετατρέπει τον άνθρωπο από κοινωνικό ον σε ον αντιπαράθεσης.

Σε έναν κόσμο όπου υπάρχει αφθονία, καλλιεργείται η έλλειψη και ο φθόνος. Όχι επειδή δεν υπάρχουν πόροι, αλλά επειδή η προϋπόθεση του ελέγχου είναι ο διαχωρισμός. Όσο ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αρμονικά με τον συνάνθρωπο του, με τη φύση του, παραμένει εγκλωβισμένος σε ένα διαρκές εχθρικό περιβάλλον που ο ίδιος με τις θέσεις του δημιουργεί.

Αδυνατώντας να διακρίνει το ορθό και το υπαρκτό, καταφεύγει σε ιδεολογικά δόγματα τα οποία τα ανάγει ως θέσφατα.
Αριστερές ή δεξιές ιδεολογίες, ανεξαρτήτως μορφής, μετατρέπονται σε εργαλεία ταύτισης και όχι σε εργαλεία κατανόησης και όπου αυτές εφαρμόστηκαν ως απόλυτες ”αλήθειες” απέτυχαν παταγωδώς με αποτέλεσμα, τη σύγκρουση και την αιματοχυσία μεταξύ Ανθρώπων. 

Αριστερά ή δεξιά; Η ίδια παγίδα με διαφορετικό όνομα.
Ως πότε; Ως πότε ο άνθρωπος θα αποδέχεται την αναπαραγωγή ενός συστήματος που τον κρατά διαιρεμένο;
Ως πότε ο φόβος θα λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης αυτής της κατάστασης;

Ως πότε θα φορά ταμπέλες που επιβάλλονται από άλλους;

Αν ο άνθρωπος επιλέγει τη σιωπή από φόβο, τότε επιλέγει και τη διαιώνιση του ίδιου αποτελέσματος.
Αν όμως στραφεί προς τη σκέψη, προς τη μνήμη του που είναι η πυξίδα για τη κατανόηση της αρχέγονης διαδρομής του πολιτισμού του, τότε η μεταστροφή ξεκινά.

Η αλλαγή δεν επιβάλλεται εξωτερικά. Συντελείται εσωτερικά.

Η ”τούμπα” αποτελεί πρωτίστως μια ολική επαναφορά, με στόχο την αποβολή των νοητικών σκουπιδιών της σκέψης. Είναι η μετάβαση από την αποδοχή στη κρίση, από τη ταύτιση στη σκέψη και στη κατανόηση και όταν αυτή η μεταστροφή συντελεστεί σε έναν επαρκή αριθμό ανθρώπων σε μια κρίσιμη μάζα τότε μετατρέπεται σε συνολική κοινωνική μεταβολή.

Η πραγματική ενότητα δεν είναι σύνθημα είναι αποτέλεσμα κοινής βάσης, μιας βάσης που ορίζεται όχι αόριστα αλλά με σαφήνεια.

Ένα αξιακό σύστημα που δεν προσαρμόζεται κατά περίπτωση, αλλά θέτει σταθερές αρχές και αξίες για το δίκαιο και ασφαλές αποτέλεσμα του συνόλου.

Αυτό το εγχείρημα δεν είναι εύκολο.
Απαιτεί νοητική επίπονη πολλές φορές προσπάθεια, υπέρβαση και ευθύνη, όμως αποτελεί αναγκαιότητα με ανταμοιβή διότι ο άνθρωπος, ως μέρος ενός αδιαίρετου συνόλου δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ άπειρον σε κατάσταση διχόνοιας και διαχωρισμού..

Η πραγματική επανάσταση δεν είναι εξωτερική, είναι η επαναφορά της σκέψης στη φυσική της λειτουργία και αυτή η διαδικασία ιστορικά και ουσιαστικά ξεκινά κάθε φορά από τον ίδιο τόπο από το χώρο όπου η έννοια της λογικής, της απόδειξης και του πολιτισμού που γεννήθηκε στον Ελλαδικό χώρο.

Εκεί όπου η επανάσταση μπορεί να ταυτιστεί όχι με την καταστροφή αλλά με την αναγέννηση, όχι με τη σύγκρουση αλλά με την αποκατάσταση της αλήθειας του δικαίου, αυτή είναι η μετάβαση.

Από την άγνοια στην αλήθεια, από τη διχόνοια στην ενότητα, από τη δογματική ιδεολογία στη λογική και από την αποδοχή στη κατανόηση, αυτή η μετάβαση είναι η ανατροπή του σάπιου κατεστημένου που είναι αναγκαία και δεν μπορεί πλέον να αναβληθεί. 

Είναι η ώρα να τιμήσεις τον εαυτό σου ως απόγονος της μέγιστης ιστορικής κληρονομιάς σου.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση: διαφορετικοί ρόλοι ίδια γραμμή.

Γράφει ο Μάγνητας

Η εικόνα που παρουσιάζεται τα τελευταία χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Τουρκία θυμίζει περισσότερο καλοστημένο πολιτικό θέατρο παρά πραγματική σύγκρουση συμφερόντων. Από τη μια εμφανίζονται κυβερνήσεις που μιλούν για «διάλογο», «συνεννόηση» και «αμοιβαίο όφελος». Από την άλλη, αντιπολιτεύσεις που τάχα αντιδρούν, ενώ στην ουσία κινούνται πάνω στην ίδια στρατηγική γραμμή. Και ο πολίτης μένει να παρακολουθεί μια διαρκή υπαναχώρηση των εθνικών δικαίων βαφτισμένη ως «διπλωματικός ρεαλισμός».


Όταν από Ελληνικά κυβερνητικά χείλη, όπως του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Ν. Δένδια, διατυπώνεται ότι μια συμφωνία με τη Τουρκία πρέπει να βασίζεται στο κοινό όφελος και ότι, εφόσον η Τουρκία το επιλέξει, η Ελληνοτουρκική διαφορά μπορεί να επιλυθεί εύκολα με όρους κοινής ωφέλειας και οικονομικής ανάπτυξης, την ίδια στιγμή που η τουρκική πλευρά επικαλείται και προωθεί το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ανακύπτει ένα κρίσιμο πολιτικό και εθνικό ερώτημα: τι ακριβώς αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης από την Ελληνική πλευρά; Διότι το δίκαιο δεν τεμαχίζεται ούτε μοιράζεται κατά περίπτωση, ανάλογα με τις γεωπολιτικές πιέσεις. Ό,τι ανήκει ιστορικά, νομικά και εθνικά στην Ελλάδα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως αντικείμενο συμβιβασμού ή ανταλλαγής στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ωφέλειας και ανάπτυξης. 

Το Αιγαίο, η Κύπρος, και η υπόθεση της Μακεδονίας, αποτυπώνουν μια διαχρονική πορεία πολιτικής υποχώρησης, που κάθε φορά βαφτίζεται «αναγκαία λύση». Και πάντα η ίδια μέθοδος: πρώτα η επικοινωνιακή προετοιμασία, μετά η κόπωση του λαού, ύστερα η αποδοχή μιας νέας πραγματικότητας. Σιγά σιγά, χωρίς θόρυβο, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, χωρίς ποτέ να τίθεται η ουσία μπροστά στον Ελληνικό λαό.

Την ίδια ώρα, οι πολίτες βυθίζονται στην οικονομική ασφυξία, στην ανασφάλεια και στη καθημερινή επιβίωση. Ένας λαός εξαντλημένος είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμος και μέσα σε αυτό το περιβάλλον τα κόμματα συγκρούονται μπροστά στις κάμερες, καταγγέλλουν σκάνδαλα, φωνάζουν για «κάθαρση», αλλά όταν έρχεται η ώρα της εξουσίας, επικρατεί σιωπή, συγκάλυψη και συνέχεια της ίδιας πολιτικής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αντιπολίτευσης είχε εκφράσει έντονη αντίθεση στη προδοτική  συμφωνία, το 2019 που ειχε πει “Δεν θα καλωσορίσω ποτέ τον Μακεδόνα πρωθυπουργό” ενώ το 2022 – “Σας καλοσωρίζω” το ίδιο και ο Αλέξης Τσίπρας ως Πρωθυπουργός την υπέγραψε, παρά τις διαφορετικές του πολιτικές τοποθετήσεις στο παρελθόν.  

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι η τουρκική προκλητικότητα. Αυτή είναι δεδομένη και διαχρονική. Το πιο επικίνδυνο είναι τα Ελληνικά πολιτικά και επικοινωνιακά φερέφωνα που παρουσιάζουν την κάθε υποχώρηση ως «ωριμότητα» και κάθε αμφισβήτηση εθνικών θέσεων ως «αναγκαίο συμβιβασμό». Είναι ξεκάθαρα πολιτική πράξη εγκατάλειψης δικαίων, ιστορίας και κυριαρχίας.

Και όταν μέσα στο ίδιο το ελληνικό κοινοβούλιο έχουν ακουστεί δηλώσεις από στόμα πρωθυπουργου περί αλλογενών στοιχείων  στην Ελληνική βουλή και όταν πρόεδρος της βουλής αναφέρει, κανένας Ελληνας βουλευτής δεν μπορεί να δηλώσει μέσα στην βουλή αν η πατρίδα του είναι η Ελλάδα η πιστεύει κάπου αλλού η έχει άλλη πατρίδα τότε γίνεται φανερό ότι ακόμη και οι ίδιοι γνωρίζουν το μέγεθος της προδοσίας προς το έθνος που υποτίθεται υπηρετούν. Δεν πρόκειται πλέον για ιδεολογικές διαφορές, γιατί διαφορές δεν έχουν και ας φαίνονται ότι έχουν και το αποδεικνύουν με τις συνεχείς ταυτόσημες πράξεις τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι όποιος αμφισβητεί το κατεστημένο δέχεται οργανωμένη επίθεση από πολιτικό σύστημα και ΜΜΕ. Η στοχοποίηση του πολιτικού φορέα ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ και του προέδρου Αρτέμη Σώρρα συνοδεύεται συχνά από επικοινωνιακή λάσπη, ανεξάρτητα από τις επανειλημμένες αθωωτικές δικαστικές αποφάσεις ή τα πραγματικά δεδομένα. Και εκεί ακριβώς φαίνεται η λειτουργία της προπαγάνδας, να μη συζητείται ποτέ η ουσία, αλλά να κατασκευάζεται μόνιμα ένας εχθρός για δημόσια κατανάλωση.

Η πραγματικότητα είναι σκληρή, ένα κράτος που διαρκώς υποχωρεί στα εθνικά του δίκαια, που εξαντλεί οικονομικά τον λαό του και που λειτουργεί περισσότερο επικοινωνιακά παρά εθνικά, δεν μπορεί να απαιτεί τυφλή εμπιστοσύνη από τους πολίτες. Και όσο συνεχίζεται αυτή η πολιτική γραμμή, η λέξη «προδοσία» δεν θα φεύγει από το δημόσιο αίσθημα, γιατί πολλοί πολίτες αισθάνονται πως δεν χάνουν απλώς το εισόδημα τους ή την ασφάλεια τους, αλλά την ίδια τους τη κληρονομιά.

Καίνε τον κάμπο για ρεύμα διατροφική εξάρτηση σε εξέλιξη.

Γράφει ο Μάγνητας

Με αφορμή το ελληνογαλλικό deal για τα αιολικά πάρκα στην Αταλάντη, συνολικής ισχύος 166 MW, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα ότι δεν μιλάμε για ενεργειακή πολιτική προς όφελος της χώρας, αλλά για μια κατεύθυνση που αγνοεί πλήρως τη παραγωγική βάση και τον ίδιο τον πολίτη.


Η Ελλάδα έχει μεν ευνοϊκές συνθήκες ηλιοφάνειας σε σχέση με τη Γαλλία, με περίπου 2.500 ώρες ηλιοφάνειας ετησίως, έναντι περίπου 2.200 ωρών στη Γαλλία, δηλαδή 20% υψηλότερη ηλιακή απόδοση. Παράλληλα, η γεωγραφική τους δομή διαφοροποιείται σημαντικά. 

Η χώρα μας με έκταση περίπου 131.957 km², χαρακτηρίζεται από έντονο ανάγλυφο, όπου περίπου 75–80% της επικράτειας είναι ορεινό ή ημιορεινό,αντίθετα, η Γαλλία, με έκταση σχεδόν πενταπλάσια (551.695 km²), διαθέτει πιο ήπιο ανάγλυφο, με περίπου 25–30% ορεινές ζώνες, συγκεντρωμένες κυρίως στις Άλπεις, τα Πυρηναία και το Μασίφ Σαντράλ, άρα και περισσότερο αξιοποιήσιμο έδαφος.

Και όμως, η πίεση για εγκατάσταση ενεργειακών έργων μεταφέρεται δυσανάλογα σε ελληνικές αγροτικές εκτάσεις, το δεδομένο αυτό δεν αξιοποιείται για να μειωθεί το κόστος ενέργειας ή να ενισχυθεί η αυτάρκεια· αντίθετα, χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για μια άναρχη ανάπτυξη υποδομών χωρίς συνολικό σχεδιασμό.

Ο κάμπος δεν είναι «κενός χώρος» είναι πηγή πλούτου, τροφής και εθνικής αυτάρκειας. Η απώλειά του δεν απειλεί μόνο τη παραγωγή, αλλά και την αντιμετώπιση της ακρίβειας που σήμερα μετατρέπεται σταδιακά σε ενεργειακή ζώνη, περιορίζοντας τις διαθέσιμες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αυξάνοντας την εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα προϊόντα.

Η Γαλλία επενδύει στην Ελληνική επικράτεια με σαφή στρατηγική στόχευση, ενώ η Ελλάδα όχι μόνο δεν διαφυλάσσει την επισιτιστική της επάρκεια, αλλά επιτρέπει τη συρρίκνωση του αγροτικού τομέα και τη διάβρωση του παραγωγικού της ιστού μέσα από την υφιστάμενη εχθρική πολιτική.

Η γαλλική πλευρά δρα με ξεκάθαρο στρατηγικό προσανατολισμό, την ώρα που η Ελληνική πολιτεία αδυνατεί να προστατεύσει την επισιτιστική της επάρκεια. Εδώ δεν κρούεται απλώς το καμπανάκι κινδύνου, αλλά καμπάνα άμεσης κατάρρευσης, καθώς η υποχώρηση της αγροτικής δραστηριότητας και η αποδυνάμωση του παραγωγικού ιστού εξελίσσονται μέσα σε ένα περιβάλλον επιλογών που πλήττουν το πρωτογενή τομέα και συνοδεύονται από προβληματικές ως ληστρικές πρακτικές διαχείρισης, όπως αποδεικνύεται και στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Και ενώ η χώρα έχει υπερφορτωθεί με εγκαταστάσεις, ο πολίτης δεν διαπιστώνει κανένα όφελος, αντιθέτως η Ελλάδα παραμένει στις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό δεν είναι αποτυχία· είναι συνειδητή επιλογή, ένα σύστημα που δεν μεταφέρει τα οφέλη της παραγωγικής διαδικασίας στην κοινωνία, αλλά τα εγκλωβίζει σε μια στρεβλή αγορά.

Η εικόνα είναι κραυγαλέα, περισσότερα ανώφελα έργα, ακριβότερο ρεύμα, μειωμένη αυτάρκεια.

Απέναντι σε αυτό, η κατεύθυνση που διατυπώνεται από την Ελλήνων Συνέλευσις θέτει ένα διαφορετικό πλαίσιο, βασίζεται στην ανάπτυξη εναλλακτικών πράσινων τεχνολογιών χαμηλού κόστους, υψηλών προδιαγραφών και απόλυτης ασφάλειας, με σεβασμό στο περιβάλλον και χωρίς καταστροφή της παραγωγικής γης.

Στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης εντάσσεται η παραγωγή υδρογόνου μέσω ηλεκτρολυτικής διαδικασίας με αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας, όχι ως αποσπασματική λύση αλλά ως στρατηγικό εργαλείο ενεργειακής αυτονομίας.

Παράλληλα, η συνολική κατεύθυνση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας οδηγεί σε ένα μοντέλο που στοχεύει στη χρήση ελεύθερης ενέργειας, ως φυσική εξέλιξη της ενεργειακής αξιοποίησης, με στόχο τη μείωση του κόστους και την απεξάρτηση από τα σημερινά δεσμά της αγοράς.

Ο στόχος δεν είναι απλώς περισσότερη ενέργεια, είναι πλήρης ενεργειακή αυτοδυναμία με προστασία της αγροτικής παραγωγής και πραγματικό όφελος για τον πολίτη.

Σήμερα όμως η πορεία είναι αντίστροφη, η γη χάνεται η ενέργεια ακριβαίνει και η χώρα εξαρτάται.

Αυτό δεν είναι μετάβαση, είναι αντικατάσταση μιας εξάρτησης με μια άλλη.

Ο κάμπος δεν είναι για εκχώρηση ούτε προς πώληση, όπως έχει εμφανιστεί στο πολιτικό καθεστώς που μας διοικεί.
Η ενέργεια δεν ανήκει σε λίγους· είναι ελεύθερη και αποτελεί δικαίωμα όλων. 

Γι’ αυτό το πρόγραμμα της Ελλήνων Συνέλευσις πρωτοπορεί και σε αυτόν τον τομέα, καθώς είναι δεσμευτικό και σφραγίστηκε με την κατάθεσή του στην Εισαγγελεία του Αρείου Πάγου, με αριθμό πρωτοκόλλου 6199/4-9-2015.

Η Ελλήνων Συνέλευσις δεν δίνει απλώς υποσχέσεις, αλλά αναλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει κατανοητή αυτή η διαφορά από όλους τους πολίτες. Με στρατηγικό σχεδιασμό επιδιώκει την ανάπτυξη ενεργειακών λύσεων χαμηλότερου κόστους, αξιοποιώντας τεχνολογίες που υπηρετούν ουσιαστικά τον άνθρωπο, την παραγωγή και το περιβάλλον.

Παράλληλα, η Ελλήνων Πολιτεία δηλώνει έτοιμη να εφαρμόσει σύγχρονες εναλλακτικές και πράσινες τεχνολογίες υψηλών προδιαγραφών, με πλήρη ασφάλεια, απόλυτο σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον και γνώμονα τη μέγιστη δημόσια ωφέλεια.

Η συνολική κατεύθυνση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας οδηγεί στη χρήση ελεύθερης ενέργειας, ως τη νομοτελειακή εξέλιξη της ενεργειακής αξιοποίησης για τον πλανήτη και τον άνθρωπο, με στόχο την απεξάρτηση από τα σημερινά κοστοβόρα και ελεγχόμενα ενεργειακά μοντέλα.

Μέσα από αυτή τη στρατηγική, η Ελλήνων Πολιτεία θέτει ως στόχο τη πλήρη ενεργειακή αυτοδυναμία του Ελληνικού κράτους, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο εφαρμοσμένης πολιτικής και εφαρμοσμένης Τέχνης του Λόγου με επίκεντρο την αυτάρκεια, την ασφάλεια και τη πραγματική ευημερία των πολιτών της.

Είμαστε προτεκτοράτο με υπογραφή Μπακογιάννη.

Γράφει ο Μάγνητας

Με αφετηρία όσα διαδραματίστηκαν στη Βενεζουέλα, την ανοιχτή παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και την απομάκρυνση ενός εκλεγμένου προέδρου, η πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφερθεί σε παραβίαση εθνικής κυριαρχίας ή διεθνούς δικαίου, δεν υπήρξε καταγγελία ούτε καν προβληματισμός, αντίθετα, το γεγονός αντιμετωπίστηκε ως πολιτικό δεδομένο και αξιοποιήθηκε για να στηριχθεί η άποψη ότι η Ελλάδα οφείλει να αποδεχθεί τη «νέα πραγματικότητα» και να ευθυγραμμίσει ανάλογα τη στάση της, ακόμη και στο επίπεδο της άμυνας και του ρόλου των Ενόπλων Δυνάμεων.


Είμαστε προτεκτοράτο και μας το είπαν κατάμουτρα

Δεν πρόκειται για φήμη, ούτε για παρερμηνεία. Δεν ειπώθηκε σε παρασκήνιο ούτε διέρρευσε από «πηγές». Ειπώθηκε δημόσια, καθαρά και χωρίς καμία αμηχανία από την πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Βουλής, Ντόρα Μπακογιάννη.

Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την ανοιχτή επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του εκλεγμένου προέδρου της χώρας δεν υπήρξε ούτε μια λέξη καταδίκης για παραβίαση κυριαρχίας ή διεθνούς δικαίου. Αντίθετα, το γεγονός χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό «μάθημα» για το πως, κατά τη λογική της, οφείλει να προσαρμοστεί η Ελλάδα στη «νέα πραγματικότητα».

Η παραδοχή ήταν αποκαλυπτική. Για δεκαετίες είπε, η Ελλάδα και η Ευρώπη ζούσαν σε μια γεωπολιτική ανεμελιά χάρη στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα. Δεν το παρουσίασε ως πρόβλημα. Το παρουσίασε ως φυσική κατάσταση. Σαν κάτι που απλώς ισχύει και πρέπει να αποδεχθούμε.

Εδώ δεν έχουμε ανάλυση. Έχουμε ομολογία. Όχι επιβολή απ’ έξω, αλλά παραδοχή από μέσα. Μας λένε ανοιχτά ότι δεν αποφασίζουμε μόνοι μας, ότι δεν έχουμε αυτόνομη στρατηγική, ότι δεν μπορούμε χωρίς προστάτες. Και αντί αυτό να προκαλεί πολιτικό σεισμό, βαφτίζεται «ωριμότητα».

Αυτό δεν είναι ρεαλισμός. Είναι πολιτική παραίτηση.

Η επίκληση της Βενεζουέλας αποκαλύπτει το πραγματικό μήνυμα. Όταν μια επέμβαση σε εκλεγμένη κυβέρνηση παρουσιάζεται όχι ως σκάνδαλο αλλά ως παράδειγμα, το μήνυμα είναι σαφές: οι ισχυροί γράφουν τους κανόνες, η κυριαρχία είναι διακοσμητική και η βία βαφτίζεται σταθερότητα. Και εμείς οφείλουμε να προσαρμοστούμε.

Δεν πρόκειται για ψυχρή διαπίστωση. Πρόκειται για ιδεολογικό αφοπλισμό της κοινωνίας. «Αφού έτσι λειτουργεί ο κόσμος» μας λένε, «συνηθίστε το». Αυτή η λογική δεν σε προστατεύει. Σε εκπαιδεύει να σκύβεις το κεφάλι.

Ο πραγματικός ρεαλισμός λέει ότι οι συσχετισμοί είναι άνισοι, αλλά οι κοινωνίες παλεύουν. Εδώ ακούμε το αντίθετο: είμαστε αδύναμοι και αυτό δεν αλλάζει. Δεν διεκδικείς, δεν συγκρούεσαι, δεν χαράσσεις στρατηγική. Απλώς προσαρμόζεσαι. Αυτό δεν λέγεται ρεαλισμός. Λέγεται πολιτική λιποταξία.

Και όταν ένας πολιτικός δηλώνει ότι η χώρα του δεν αποφασίζει μόνη της, στην πραγματικότητα λέει στους πολίτες ότι δεν έχουν λόγο. Ότι η δημοκρατία περιορίζεται στην αποδοχή αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση της αντιπολίτευσης. Δεν υπήρξε οργή, δεν υπήρξαν καταγγελίες, δεν υπήρξαν επερωτήσεις, δεν υπήρξε θεσμική αντίδραση. Σιωπή. Και αυτή η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι επιβεβαίωση. Όταν κάποιος δηλώνει «είμαστε προτεκτοράτο» και κανείς δεν αντιδρά, στην πράξη λέει: «σωστά τα λέει».

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι μόνο ότι η εξουσία μιλά για εξάρτηση χωρίς ντροπή, αλλά ότι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα την αποδέχεται ως δεδομένο. Τότε ποιος είναι ο λόγος των εκλογών; Να εκλέγουμε απλώς τον καλύτερο διαχειριστή της υποτέλειας;

Οι πολίτες όμως, δεν είναι υπήκοοι. Αν οι πολιτικοί δηλώνουν ανίκανοι ή απρόθυμοι να υπερασπιστούν την κυριαρχία της χώρας, τότε ακυρώνουν οι ίδιοι το λόγο ύπαρξής τους. Η ευθύνη περνά στη κοινωνία. Όχι με χάος και τυφλή οργή, αλλά με έλεγχο, μνήμη, λογοδοσία και πολιτικό κόστος.

Δεν τους χρωστάμε τίποτα. Αυτοί μας χρωστάνε.

Φτάνει πια με την υποταγή. Δεν μας κυβερνούν· τους ανεχόμαστε. Και όσο ανεχόμαστε πολιτικούς που μιλούν για «προτεκτοράτα» σαν να μιλούν για τον καιρό, θα παραμένουμε θεατές στην ίδια μας τη χώρα.

Η εξουσία φοβάται μόνο έναν λαό, φοβάται την ενεργοποίηση του πολίτη που δεν αποδέχεται πια τη μοίρα του. Όχι άλλες δικαιολογίες, όχι άλλες υποκλίσεις στο όνομα του «ρεαλισμού». Ή θα ζήσουμε όρθιοι ή θα συνεχίσουμε να ζούμε στα γόνατα.

Τέτοιες δηλώσεις υποτέλειας και υποταγής, όπως αυτές της Μπακογιάννη, τις έχουμε ανεχθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Θα θυμάστε βέβαια τη κρίση στα Ίμια και το «ευχαριστώ» του πρωθυπουργού Σημίτη μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, μια στιγμή που άφησε άναυδο τον Ελληνικό λαό. Αν οι πρόγονοί μας είχαν πράξει όπως πράττουν σήμερα οι πολιτικοί, δεν θα είχε γραφτεί ποτέ η ένδοξη παγκόσμια ιστορία μας.

Ο Προϋπολογισμός η δημοσιογραφική αλητεία και οι αγροτοσυνδικαλιστές.

Γράφει ο Μάγνητας

Ο Προϋπολογισμός, η δημοσιογραφική αλητεία και οι αγροτοσυνδικαλιστές

Ο προϋπολογισμός είναι το πορτοφόλι του κράτους, αποκαλύπτει πόσα χρήματα σχεδιάζει να εισπράξει ετήσια στα ταμεία (έσοδα) και πόσα τα (έξοδα). Τον ψηφίζει η βουλή, γίνεται νόμος και δημοσιοποιείται στο φύλλο εφημερίδας της κυβέρνησης ΦΕΚ


Αν ο ελληνικός λαός δεν γνωρίζει το πραγματικό μέγεθος και τη φύση του κρατικού προϋπολογισμού, δεν φταίει η βάση της κοινωνίας. Η ευθύνη βαραίνει εκείνους που βρίσκονται σε κάμερες και μικρόφωνα, που έχουν άμεση πρόσβαση στη πληροφορία και την αποκρύπτουν. Κόμματα, πολιτικοί και ΜΜΕ λειτουργούν ως ενιαίος μηχανισμός, σε θεσμική συγκάλυψη. Το είδαμε σε τόσα σκάνδαλα. 

Τα ΜΜΕ αποφεύγουν το σύνολο γιατί συγκρούεται με τις πηγές χρηματοδότησής τους.

Όταν τα ιδιωτικά ΜΜΕ χρηματοδοτούνται από τον κρατικό κορβανά είναι δωροδοκία, άμεση ή έμμεση από το κράτος και το τραπεζικό σύστημα, όταν τους δίνονται υπέρογκα ποσά σε δάνεια (δανεικά και αγύριστα), η δημοσιογραφική «ελευθερία» περιορίζεται αυτομάτως στα αυστηρά όρια της καθεστωτικής πειθαρχίας — με υποταγή και συνενοχή.

Έτσι εξηγείται γιατί κανείς δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά μεγέθη: τα 1,765 τρισεκατομμύρια ευρώ συνολικά με την αύξηση στο 714%!!! Στα έσοδα σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο στο όχι και τόσο μακρινό 2016, τα εσωτερικά βραχυπρόθεσμα δάνεια 600 δις. ευρώ. Αυτά δεν διαψεύδονται. Θάβονται από νεκροθάφτες της αλήθειας, γιατί η πλήρης εικόνα καταρρίπτει το αφήγημα της «μόνιμης διαχείρισης χρέους» και της «μόνιμης έλλειψης χρήματος» και αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πόρων αλλά η ορθή διαχείριση πάνω σε αυτούς.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιλεκτική όραση. Όταν έπρεπε να στηριχθεί το αφήγημα της χρεοκοπίας, η Eurostat είδε, αποδέχτηκε και επικύρωσε στοιχεία που αμφισβητήθηκαν σοβαρά. Όταν όμως το ίδιο κράτος- μέλος δημοσιεύει ΦΕΚ, νόμους και επίσημους προϋπολογισμούς, τότε ξαφνικά αυτά θεωρούνται «εσωτερική υπόθεση» και δεν προκαλούν καμία αντίδραση;

Τη περίοδο των Μνημονίων ήθελαν πάση θυσία να μπούμε. Γι’ αυτό: διογκώθηκαν ελλείμματα και χρέη, άλλαξαν μεθοδολογίες εκ των υστέρων.
Ο όρος «ελληνική στατιστική» δεν ήταν αστείο· ήταν πολιτικός χλευασμός για να νομιμοποιηθεί η επιβολή μέτρων και η απώλεια κυριαρχίας.
Με απλά λόγια: όταν τα νούμερα εξυπηρετούσαν το σχέδιο, ήταν “επιστήμη”. Όταν δεν το εξυπηρετούν, αποκρύπτονται ή διαστρεβλώνονται.

Η δημοσιογραφία, όταν κατευθύνεται από το πολιτικό κατεστημένο, παύει να ενημερώνει. Μετατρέπεται σε εργαλείο διαστρέβλωσης, παρουσιάζοντας τον προϋπολογισμό ακίνδυνο και τεμαχισμένο. Τα ΜΜΕ χάνουν την ανεξαρτησία τους, αποπροσανατολίζουν αφήνοντας τον πολίτη στο σκοτάδι. Η σιωπή αυτή δεν είναι αδυναμία. Είναι συνειδητή σύμπραξη κομμάτων με τους λωποδύτες πολιτικούς με επένδυση γραβάτας και της δημοσιογραφικής αλητείας σε εντεταλμένη υπηρεσία— χρηματοδότηση, απόκρυψη. Τι λέει η αντιπολίτευση; γιατί σιωπά λες και έχει τσιρότο στο στόμα; Που είναι η αριστερά; που είναι τα πατριωτικά κόμματα που κόπτονται για την Ελλάδα, γιατί όλοι σιωπούν; 

Η απορία προς τους αγροτοσυνδικαλιστές

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ελεγχόμενης πληροφόρησης, οι αγρότες και οι αγροτοσυνδικαλιστές κοιτάζουν ό,τι αφορά άμεσα την επιβίωσή τους. Σε αυτό το επίπεδο, ήταν από τους λίγους που μελέτησαν τον προϋπολογισμό και ανέδειξαν πραγματικές αδικίες στον πρωτογενή τομέα. Μίλησαν με στοιχεία, κατέθεσαν αιτήματα, ανέδειξαν προβλήματα.

Εδώ όμως προκύπτει μια εύλογη απορία: Πως γίνεται, ενώ γνωρίζετε καλά τα αγροτικά κονδύλια όπως η μείωση τους κατά 25% για το 2026 να μη βλέπετε ότι τα διαθέσιμα στον πρωτογενή τομέα να είναι μόλις το ένα 1 τοις χιλίοις 1000!!!! και να μην τίθεται δημόσια το ερώτημα του συνολικού πλαισίου; Πως αναλύεται το «τι χάνει ή τι παίρνει ο αγρότης», αλλά δεν συνδέεται με το τι είναι συνολικά ο προϋπολογισμός; Μέσα στο ίδιο πλαίσιο εμφανίζονται τεράστια ποσά που θα μπορούσαν να στηρίξουν πραγματική ανάπτυξη, όχι διαρκή διαχείριση επιδοτήσεων και χρέους.

Οι αγροτοσυνδικαλιστές δεν ευθύνονται για τη θεσμική συγκάλυψη των πολιτικών και των ΜΜΕ. Όμως, έχοντας γνώση στους αριθμούς και δημόσιο λόγο, μπορούν να κάνουν το επόμενο βήμα: να μεταφέρουν τη συζήτηση από το επιμέρους στο σύνολο. Γιατί όχι; 

Ούτως ή άλλως, όταν βρίσκονται σε εορταστικές μέρες χειμωνιάτικα στους δρόμους για να υπερασπιστούν το βιός τους, θα έπρεπε να θέσουν το ερώτημα προς τη κυβέρνηση και προς όλα τα κόμματα : Από που προκύπτουν τα τεράστια έσοδα του προϋπολογισμού που εσείς τα υπογράφετε και γιατί δεν τα χρησιμοποιείτε;

Απάντηση, κύριοι. Τόσο απλά. Για την αλήθεια, για το δίκαιο τους, για το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας, που στερείται ακόμα και τα αναγκαία πρώτα της αγαθά, που βλέπει γύρω μας να έχουν ξεπουληθεί και διαλυθεί τα πάντα.

Η μη ενημέρωση του ελληνικού λαού είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος που μετατράπηκε σε καθεστώς: η πολιτική εξουσία αποφεύγει τη λογοδοσία, τα ΜΜΕ συνδιαλέγονται και συγκαλύπτουν, εξαρτώμενα οικονομικά — αυτή είναι η επίσημη δωροδοκία τους — και οι «μεγαλοδημοσιογράφοι» λειτουργούν ως φερέφωνα της όποιας κυβέρνησης κοροιδεύοντας τον κατ’ ουσίαν χρηματοδότη τους, τον ελληνικό λαό, με εσκεμμένη παραπληροφόρηση, σιωπή και φόβο.

Όσο αυτό το σύστημα διαπλοκής παραμένει άθικτο, ο κρατικός προϋπολογισμός θα παρουσιάζεται τεμαχισμένος: τόσα για την υγεία, τόσα για τη παιδεία, τόσα για την άμυνα, τόσα για τον αγροτικό τομέα, αλλά ποτέ ως σύνολο, που ούτως ή άλλως η χρήση θα ωφελεί όλες τις κοινωνικές τάξεις.